διασφαγή

διασφᾰγ-ή, ,
A gap, LXX Ne.4.7(1); v. διασφάξ.
2 sluice-gate, Wilcken Chr.11 B6 (ii B.C.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασφαγή — διασφαγή, η (AM) 1. χάσμα, άνοιγμα, ρήγμα 2. διασφάξ* αρχ. υδατοφράκτης …   Dictionary of Greek

  • διασφαγῇ — διασφαγή gap fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφαγαῖς — διασφαγή gap fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφαγαί — διασφαγή gap fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφαγῆς — διασφαγή gap fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφαγήν — διασφαγή gap fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφαγῶν — διασφαγή gap fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασφαγάς — διασφαγά̱ς , διασφαγή gap fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.